αιμοκυανίνη


αιμοκυανίνη
Αναπνευστική χρωστική που βρίσκεται διαλυμένη στο αίμα των μαλακίων και μερικών καρκινοειδών. Μεταφέρει οξυγόνο, όπως η αιμοσφαιρίνη των σπονδυλωτών, δεν περιέχει όμως σίδηρο όπως αυτή, αλλά χαλκό. Είναι άχρωμη, όταν όμως συνδεθεί με το οξυγόνο παίρνει μπλε χρώμα στο οποίο οφείλει και το όνομά της. Έχει πολύ μεγάλο μοριακό βάρος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • χαλκός — Χημικό στοιχείο με σύμβολο Cu· ανήκει στην πρώτη ομάδα, δεύτερη υποομάδα του περιοδικού συστήματος των στοιχείων, έχει ατομικό αριθμό 29, ατομικό βάρος 63,54, δύο σταθερά ισότοπα (Cu63 και Cu65) και 9 ραδιενεργά, από αριθμό μάζας 58 έως 68.… …   Dictionary of Greek

  • πρωτεΐνες — Οργανικές αζωτούχες ουσίες με μεγάλο μοριακό βάρος, οι οποίες σχηματίζονται με την ένωση πολλών μορίων αμινοξέων συνδεδεμένων με δεσμούς αμιδικού τύπου. Οι π. αναγνωρίστηκαν ως τα ουσιώδη αζωτούχα συστατικά του πρωτοπλάσματος από τον Μούλντερ… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.